Εμφανίσεις Περιεχομένου : 786605
Έχουμε 23 επισκέπτες συνδεδεμένους

Παναγιώτης Λοΐζου Εκτύπωση E-mail

 

Αποχαιρετιστήριος Λόγος της Μαργαρίτας Λοίζου εγγονής του Νίκου Λοίζου

Αγαπημένε μου θείε Παναγιώτη,

 

Σαράντα τρία χρόνια μετά...

 

Θείε που πότε δεν σε γνώρισα, θείε Παναγιώτη, γιε κι αδελφέ...επιτέλους.  Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ που διαγράφεσαι πια από τους καταλόγους των αγνοουμένων ή αν πρέπει να λυπηθώ γιατί έστω κι έτσι θείε μου μάταια και σκληρά, επιτέλους μαθαίνουμε την τραγική αλήθεια. Τι απέγινες θείε 43 χρόνια μετά...

 

Το γαλάζιο σου βλέμμα, που γι'αυτό όλοι σε αποκαλούσαν «ο γιαλλούρης μας» φωτίζει μέσα σ'όλα αυτά τα χρόνια τις σκοτεινές μνήμες του πολέμου και της προσφυγιάς.

 

 

Γεννημένος στις 26 Φεβρουαρίου του 1957, αναθρεμμένος σωστά από τους γονείς σου Νικολή και Μαργαρίτα ήσουν ένα παιδί έξυπνο, πράο και καλοσυνάτο.  Μαθητής μόλις 17 χρονών, της πέμπτης τάξης του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας, ονειρευόσουν να γίνεις γιατρός, μα οι αδίστακτοι Τούρκοι εισβολείς έσβησαν τα όνειρά σου, αφού τόσο άδικα σου στέρησαν την ζωή.

 

Η ιστορία του άδικου χαμού σου ξεκίνησε την 16η Αυγούστου, όπου σαν άλλος τραγικός ήρωας έγραψες το δικό σου κεφάλαιο, στο βιβλίο της Κυπριακής τραγωδίας του 1974.

 

Την ημέρα εκείνη λοιπόν δέκτηκες από Τουρκοκύπριους στρατιώτες μια σφαίρα στο πλευρό σου, μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, τραυματίζοντας σε.  Τότε ο παππούς κι εσύ καταφύγατε στην οικεία του Παπά-Σωτήρη, ζητώντας βοήθεια για να περιθάλψετε την πληγή σου.

 

Δύο μέρες μετά τον τραυματισμό σου, με την παρότρυνση Τουρκοκύπριων που λεηλατούσαν τα ελληνοκυπριακά σπίτια, ο παππούς φοβούμενος για την εξέλιξη της υγείας σου, σε μετέφερε με την μάνα του Παπά-Σωτήρη, Μαρία, στην Αφάνεια για να σε δει γιατρός.

 

Εκεί βρήκατε ένα Τουρκοκύπριο γνωστό του παππού και βάσει εντολών σας υπαγόρευσε πως μονάχα εσύ επιτρεπόταν να μεταφερθείς στο γιατρό.  Ο πατέρας σου μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, αναγκάστηκε με χίλιες δυο επιφυλάξεις να προτιμήσει να μεταφερθείς άμεσα σε γιατρό, χωρίς να βρίσκεται στο πλευρό σου.  Εκεί χωρίσατε.  Ποιος θα το πίστευε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που πατέρας και γιός θα ήσασταν μαζί...

 

Θείε οι δικοί σου εν ζωή άνθρωποι, τα αδέλφια σου δεν εκφράζονται, δεν μιλούν, μα μέσα από την ευθαλή σιωπή τους, μου μετέφεραν τον πόνο, την απόγνωση και την καρτερικότητα τους.

 

Έτσι εξηγείται που ένα βράδυ χρόνια πριν, σε ονειρεύτηκα μέσα από ένα σκοτεινό μπουντρούμι με ψηλά κάγκελα να μου φωνάζεις «Πε του παπά σου πως είμαι δαμε!»  Έτρεξα λοιπόν βιαστικά, πέρασα έναν κάμπο, βρήκα τον πατέρα μου, του είπα, μα ποτέ δεν κατάφερα να τους επανασυνδέσω...


Ποιος θα ξεχάσει τα λόγια του παππού Νικολή «όσπου έχει η θάλασσα νερό και όσο ζω, εγώ θα καρτερώ και το Θεό κάθε μέρα εννα τον παρακαλώ.  Πολλά χρόνια κάνω υπομονή, την δύναμη μου τη δίνει ο γιός μου Παναγιώτης για να αντέχω, για να φωνάζω το όνομα του, να παλεύω για να μάθω τι του έκαμαν».

 

Ήσουν το άγχος, η καθημερινή έννοια του παππού και της γιαγιάς Μαργαρίτας που δεν έπαψαν λεπτό να προσμένουν και κατέπνιγαν μέσα τους, τα αμέτρητα «γιατί;»

 

Μπορεί η θάλασσα της ελπίδας να στέρεψε παππού, μα τώρα πια ανταμωθήκατε οι τρεις σας.  Οι ψυχές γαλήνεψαν από το ετεροχρονισμένο νέο της μοίρας σου Παναγιώτη...

 

Θείε να ξέρεις πως ποτέ δεν θα σ'είχαμε ξεχάσει.  Θείε να ξέρεις πως ο χαμός σου σηματοδοτεί την προσφυγιά.

 

Θείε Παναγιώτη να ξέρεις πως είσαι ο λόγος το «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ»

 

Είσαι ήρωας θείε μου.

 

Αιωνία σου η μνήμη.

 

Ομιλία του Επιτρόπου Προεδρίας κ. Φώτη Φωτίου, στην κηδεία των οστών του αγνοούμενου Παναγιώτη Λοϊζου 21/10/2017

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, οι μνήμες επιστρέφουν στις μαύρες εκείνες μέρες του 1974, που σκόρπισαν στον τόπο μας την καταστροφή με τις χιλιάδες πρόσφυγες, νεκρούς και αγνοούμενους της κυπριακής τραγωδίας. Προκάλεσαν οδύνη και πόνο ανείπωτο αλλά και πληγές που παραμένουν ακόμη ανοικτές, όπως αυτές των συγγενών των αγνοουμένων μας. Τραγικοί γονιοί που έχασαν τα βλαστάρια τους, γυναίκες που έχασαν το στήριγμά τους, παιδιά που έχασαν τους πατεράδες τους, συγγενείς που έχασαν δικούς τους σε μάχες ή στις στυγερές δολοφονίες του Τούρκου εισβολέα και φανατικών Τουρκοκυπρίων.


Σήμερα συγκεντρωθήκαμε στον ιερό ναό Αγίου Μάμαντος, εδώ στην Αλαμινό, μακριά από την Άσσια, όπου ο ήρωάς μας, Παναγιώτης Νίκου Λοϊζου, ζούσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του, μέχρι το μαύρο εκείνο 1974, και στεκόμαστε με συγκίνηση και δέος μπροστά στα λείψανά του. Στα λείψανα ενός ακόμα τραγικού θύματος της τουρκικής θηριωδίας. Οδηγημένοι από το εθνικό και θρησκευτικό μας χρέος, απευθύνουμε το ύστατο χαίρε και τον προσήκοντα φόρο τιμής στον 17χρονο, τότε, Παναγιώτη. Εκφράζουμε τη βαθειά θλίψη μας, σε ένα ακόμα θύμα της τουρκικής επιθετικότητας που χάθηκε στον άνισο και απρόκλητο εκείνο πόλεμο.


Το βάθος του πόνου και το μέγεθος της οργής των συγγενών του Παναγιώτη Λοΐζου είναι χωρίς όριο. Αδυνατούμε να τα μετρήσουμε. Όπως και το πόσο δύσκολο είναι μετά από τόσα χρόνια, να είναι υποχρεωμένοι να αποθέσουν και τον πόνο και την οργή και την αγάπη τους σε μια μικρή στοιβάδα οστών, στο ξύλινο αυτό κιβώτιο. Συμπάσχουμε μαζί τους και συμπαραστεκόμαστε ανήμποροι για κάτι περισσότερο και πιο παρηγορητικό.


Οι γονείς του Παναγιώτη Λοΐζου δεν είναι πια στη ζωή για να κατευοδώσουν μαζί μας το παιδί τους. Ο πατέρας του Νίκος απεβίωσε το 2011 και η μητέρα του Μαργαρίτα απεβίωσε το 2003 με το παράπονο, την πίκρα και την αγωνία της εξαφάνισης του παιδιού τους, όπως συμβαίνει με πολλούς άλλους γονείς, αλλά και συζύγους που ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής τους με αναπάντητα τα ερωτήματα για την τύχη των αγαπημένων τους.


Μαζί μας σε αυτό το ιερό χώρο βρίσκονται τα τέσσερα αδέρφια του ήρωα, ο Λοΐζος, ο Δημήτρης, ο Χριστάκης και η Σπυρούλα μαζί με τα δικά τους παιδιά και άλλους συγγενείς, οι οποίοι πενθούντες, αισθάνονται μαζί και μεγάλη περηφάνια για τον δικό τους άνθρωπο.


Ως κοινωνία και ως Πολιτεία αισθανόμαστε, ωστόσο, το χρέος να διατρανώσουμε την επιμονή μας στην πλήρη διακρίβωση της τύχης του κάθε αγνοούμενου μας, γιατί το θέμα των αγνοουμένων αποτελεί ένα καθαρά ανθρωπιστικό θέμα που θα πρέπει να επιλυθεί ανεξάρτητα από τις όποιες εξελίξεις στο πολιτικό πρόβλημα.


Η Τουρκία παραμένει υπεύθυνη για τη διακρίβωση της τύχης τους και θα πρέπει να ανοίξει όλα τα στρατιωτικά της αρχεία και να τα θέσει ενώπιον της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων για τη διακρίβωση της τύχης ενός έκαστου των αγνοουμένων μας.


Σήμερα ανανεώνουμε τη δέσμευσή μας προς τους συγγενείς όλων των αγνοουμένων της Κύπρου ότι θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας μέχρι την πλήρη διερεύνηση και διακρίβωση της τύχης του κάθε ενός από τους αγνοουμένους μας. Τον αγώνα μας για να τερματιστεί το πολύχρονο δράμα και το μαρτύριο που βιώνουν. Αυτό αποτελεί χρέος όλων μας και δέσμευση τιμής προς τους συμπατριώτες μας που εξαφανίστηκαν και προς τις οικογένειές τους.

 

Ελληνίδες, Έλληνες,


Η ζωή αυτών που χάθηκαν έκτοτε και των συγγενών που έμειναν για να κουβαλούν τον σταυρό του μαρτυρίου των αγνοουμένων, ήταν κάποτε ευτυχισμένη, ήρεμη και ειρηνική στον τόπο που τους γέννησε και τους ανάθρεψε. Το ίδιο και για τον μικρό Παναγιώτη, που γεννήθηκε το 1957 στην Άσσια. Εκεί όπου ζούσε μέχρι τη μαύρη εκείνη μέρα της τουρκικής εισβολής. Ήταν άγαμος και διέμενε μαζί με τους γονείς του και τα αδέρφια του.


Ο Παναγιώτης ήταν μόλις 17 χρόνων και φοιτούσε στην Ε΄ τάξη του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας. Στις 20 Ιουλίου 1974, ημέρα της τουρκικής εισβολής, αλλά και το διάστημα το οποίο ακολούθησε μέχρι τις 14 Αυγούστου 1974, βρισκόταν μαζί με την οικογένεια του στην Άσσια.


Στις 14 Αυγούστου 1974, τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής επιτέθηκαν με σφοδρότητα και με κάλυψη ενός μεγάλου αριθμού αρμάτων μάχης και της πολεμικής τους αεροπορίας, κατά των θέσεων των ανδρών της Εθνικής Φρουράς στην περιοχή Μιας Μηλιάς - Κουτσοβέντη.


Ένεκα των σφοδρών συγκρούσεων, αλλά και των ανελέητων βομβαρδισμών σε όλη την περιοχή της Μιας Μηλιάς - Κουτσοβέντη - Τραχώνι Κυθρέας, οι περισσότεροι κάτοικοι των χωριών αυτών αλλά και άλλων κοντινών τους, τα εγκατέλειψαν και κατέφυγαν σε πιο ασφαλισμένες περιοχές.


Το μεσημέρι της ιδίας μέρας τα τουρκικά στρατεύματα, εκμεταλλευόμενα την στρατιωτική τους υπεροχή αλλά κυρίως της πολεμικής τους αεροπορίας, διέσπασαν την αμυντική γραμμή της Εθνικής Φρουράς στην περιοχή Μιας Μηλιάς και κινήθηκαν προς τις περιοχές Τραχώνι Κυθρέας - Κυθρέα - Άσσια.


Στην Άσσια έφθασαν το απόγευμα της ιδίας μέρας και εισήλθαν εντός αυτής την επομένη 15.8.1974.


Ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων της δεν πρόλαβε να την εγκαταλείψει και εγκλωβίστηκαν εντός αυτής.


Αμέσως, ένοπλοι Τουρκοκύπριοι και τουρκικά στρατεύματα άρχισαν να περιπολούν εντός των δρόμων του χωριού. Σε αρκετές περιπτώσεις και εντελώς αναίτια πυροβολούσαν κατά πολιτών κατοίκων του χωριού, αλλά και άλλων κατοίκων των γύρω χωριών οι οποίοι μετέβηκαν στην Άσσια, την οποία έκριναν πιο ασφαλές μέρος. Αριθμός εγκλωβισθέντων φονεύθηκαν από τους πυροβολισμούς των Τούρκων.


Η ίδια τακτική συνεχίστηκε και την επομένη μέρα. Κοντά στο μεσημέρι, τουρκική περίπολος ενισχυμένη με ένοπλους Τουρκοκύπριους πέρασε από την οικία του Παναγιώτη, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην αυλή.


Οι Τούρκοι έριξαν αριθμό πυροβολισμών κατά της οικίας του Παναγιώτη και μια σφαίρα τον έπληξε στην αριστερή πλευρά τραυματίζοντας τον ελαφριά.


Αμέσως ο πατέρας του τον μετέφερε σε γειτονική οικία και του σταμάτησε την αιμορραγία.


Στις 18.8.1974 Τουρκοκύπριοι άρχισαν να λεηλατούν τα σπίτια και έφθασαν μέχρι και το σπίτι στο οποίο κατέφυγε ο Παναγιώτης και ο πατέρας του.


Οι Τουρκοκύπριοι ζήτησαν από τον πατέρα του να τον μεταφέρει στην Αφάνεια όπου υπήρχε Τούρκος γιατρός, κάτι το οποίο έπραξε αμέσως.


Στην Αφάνεια και με τη βοήθεια Τουρκοκύπριου γνωστού του πατέρα του Παναγιώτη, έφθασαν μέχρι το Δημοτικό Σχολείο Αφάνειας όπου υπήρχαν αρκετοί εγκλωβισμένοι. Εκεί Τουρκοκύπρια νοσοκόμα παρέσχε πρώτες βοήθειες στο τραυματισμένο Παναγιώτη. Δεν υπήρχε, όμως, γιατρός όπως οι Τουρκοκύπριοι είχαν αναφέρει στον πατέρα του.


Στη συνέχεια, δύο Τουρκοκύπριοι παρέλαβαν τον Παναγιώτη και ανάφεραν στον πατέρα του ότι θα τον μεταφέρουν στην Αγιά Κεπήρ όπου εκεί υπάρχει γιατρός. Παρόλη την έντονη απαίτηση του πατέρα του για να τον συνοδεύσει, δεν του επιτράπηκε.


Μετά από 45 περίπου λεπτά, οι δύο Τουρκοκύπριοι επέστρεψαν και ανάφεραν στον πατέρα του Παναγιώτη ότι από την Αγιά Κεπήρ ο γιος του μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του τουρκικού τομέα Λευκωσίας για νοσηλεία. Έκτοτε δεν έδωσε σημεία ζωής.


Το γεγονός, όμως, ότι οι ίδιοι Τουρκοκύπριοι, περίπου στον ίδιο χρόνο συνέλαβαν δύο Ελληνοκύπριους εγκλωβισμένους στην Αφάνεια και τους οδήγησαν σε άγνωστο μέρος και τελικά τα οστά τους βρέθηκαν μαζί με του Παναγιώτη στον ίδιο τάφο στην Αφάνεια, καταμαρτυρεί την αποτρόπαια πράξη δολοφονίας του μαζί με τους άλλους δύο πολίτες, από αυτούς που ανέφεραν ότι θα τον οδηγήσουν σε γιατρό.


Εντοπίστηκαν το 2015 σε ομαδικό τάφο και οι τρεις μαζί και όχι μακριά από το χώρο στον οποίο βρισκόντουσαν πριν οδηγηθούν σε άγνωστο μέρος, από τους Τουρκοκύπριους.


Ελληνίδες, Έλληνες,


Γεννηθήκαμε σε μια γωνιά της γης που έμελλε να επωμίζει τους ανθρώπους της με πολύ πόνο και πίκρα. Χρόνια, δεκαετίες και αιώνες πληρώνουμε βαρύ το τίμημα της ιστορίας και της γεωγραφίας μας. Από τη μικρή πατρίδα μας, όμως, δεν έλειψαν ποτέ οι θυσίες προκειμένου να κρατήσουμε την ελευθερία μας. Δεν πάψαμε ποτέ να πιστεύουμε πως μπορούμε να επιτύχουμε την ιστορική μας συνέχεια και την αποκατάσταση του κοινωνικού μας ιστού. Δεν πάψαμε ποτέ να πιστεύουμε πως μπορούμε με σύνεση, αποφασιστικότητα, επιμονή και υπομονή να παραμείνουμε προσηλωμένοι στο στόχο μας που δεν είναι άλλος από τον τερματισμό της κατοχής και την επανένωση της πατρίδας μας.


Ελληνίδες, Έλληνες,


Σήμερα, γράφουμε τον επίλογο της τραγικής ιστορίας ενός άξιου τέκνου της πατρίδας μας.


Περήφανοι θα αισθάνονταν σήμερα για τον λεβεντονιό τους οι γονείς του ήρωα, Μαργαρίτα και Νίκος, που έφυγαν από την ζωή με τον καημό της εξακρίβωσης της τύχης του.


Αγαπητά αδέρφια του ήρωα μας, Λοΐζο, Δημήτρη, Χριστάκη και Σπυρούλα,


Αγαπητοί και σεβαστοί συγγενείς,


Σήμερα πρέπει να νιώθετε περήφανοι για τον ήρωα αδερφό σας.


Πρέπει να νιώθετε υπερήφανοι για την κληρονομιά που ο αδερφός σας, σας άφησε, όχι μόνο σε εσάς, αλλά και στην κοινωνία και σε όλους εμάς. Μια κληρονομιά που σε εσάς αποδίδει την ύψιστη τιμή και σε εμάς την ευθύνη για τη δικαίωση της θυσίας του.
Εύχομαι το τέλος της μακρόχρονης αγωνίας για την τύχη του ανθρώπου σας, να γαληνέψει την ψυχή σας και να απαλύνει τον πόνο σας.


Αποχαιρετούμε σήμερα τον Παναγιώτη Λοΐζου και τιμούμε με ευγνωμοσύνη την μνήμη του. Αναγνωρίζουμε ότι απέναντι του έχουμε ένα ανεκπλήρωτο χρέος και θα παλέψουμε για να το εκπληρώσουμε.


Αυτή είναι η πρώτιστη υποχρέωση, αλλά και ύψιστη τιμή προς τον Παναγιώτη Λοΐζου.

 

Αιωνία ας είναι η μνήμη και η δόξα του Παναγιώτη Λοΐζου του Νίκου και της Μαργαρίτας.


Αιωνία και τιμημένη.


Πηγή: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών

 

 

Νίκος Λοΐζου πατέρας αγνοούμενου Παναγιώτη Λοΐζου«Να μάθω τι απέγινε ο γιος μου, πριν πεθάνω με τον καημό»

Η συγκλονιστική ιστορία του μαθητή του Παγκυπρίου Γυμνασίου, Παναγιώτη Λοΐζου, που πυροβολήθηκε στο πλευρό από τους Τούρκους στην Άσσια και έκτοτε αγνοείται. «Θέλω να μάθω τι έγινε, πριν πεθάνω», μας λέει ο πατέρας του Νίκος Λοΐζου.  Ο αγνοούμενος γιος του Παναγιώτης ήταν το τρίτο από τα παιδιά του. Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1957. Μελετούσε ασταμάτητα και όνειρό του ήταν να σπουδάσει γιατρός. Επειδή ήταν αριστούχος, φοιτούσε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο με υποτροφία...

«Να μάθω τι απέγινε ο γιος μου, πριν πεθάνω με τον καημό»

Μια ακόμη ιστορία αγνοούμενου ανήλικου μαθητή, με συγκλονιστικές λεπτομέρειες για τη συμπεριφορά των Τούρκων και των Τ/κ το 1974.

Ένας ακόμη πατέρας ανήλικου αγνοουμένου αρθρώνει κραυγή απόγνωσης και ζητά σπαρακτικά να του πουν τι απέγινε το παιδί του, πριν, όπως ο ίδιος λέει, πεθάνει με τον καημό, όπως πέθανε και η γυναίκα του

Ο τραγικός 17χρονος αγνοούμενος μαθητής, Παναγιώτης Νίκου Λοΐζου. Σήμερα, θα ήταν ένας 50χρονος γιατρός. Αυτό ήταν το παιδικό του όνειρο, που χάθηκε μαζί του στις 16 Αυγούστου 1974.
 
Στις 16 Αυγούστου 1974 στην Άσσια, ανάμεσα στα άλλα ειδεχθή εγκλήματα των Τουρκοκυπρίων και Τούρκων στρατιωτών, ξεχωρίζει και η περίπτωση του τότε 17χρονου Παναγιώτη Νίκου Λοΐζου.

Μαθητής της πέμπτης τάξης του Παγκυπρίου Γυμνασίου, άμαχος, σηκώθηκε από το διάβασμα και δέχθηκε μια σφαίρα στα πλευρά, από μαινόμενους Τούρκους. Χωρίς λόγο, χωρίς αιτία...

Εκείνο το απόγευμα, της πιο μαύρης μέρας της οικογένειας, όταν ο πατέρας του άνοιξε την πόρτα του σπιτιού τους, ο εφιάλτης που ξύπνησε δεν αφορούσε μόνο τον τραυματισμό του Παναγιώτη. Ο εφιάλτης ήταν τα γεγονότα που ακολούθησαν και μέσα από τα οποία, ο 17χρονος μαθητής είναι μέχρι σήμερα αγνοούμενος.

Ένας ακόμη πατέρας ανήλικου αγνοούμενου αρθρώνει κραυγή απόγνωσης και ζητά σπαρακτικά να του πουν τι απέγινε το παιδί του, πριν, όπως ο ίδιος λέει, πεθάνει με τον καημό, όπως πέθανε και η γυναίκα του.

Πρόκειται για το Νίκο Λοΐζου από την Άσσια, πρόσφυγα στην Αλαμινό της επαρχίας Λάρνακας, 83 ετών σήμερα. Στις 16 Αυγούστου 1974, στην Άσσια, ο κ. Νίκος ήταν τραγικός πρωταγωνιστής μιας συγκλονιστικής προσπάθειας να σωθεί ο 17χρονος γιος του, αριστούχος μαθητής του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας, Παναγιώτης Ν. Λοΐζου. Δυστυχώς, όμως, ο Παναγιώτης εξαφανίστηκε μέσα στα χέρια των Τούρκων και έκτοτε ο μαθητής της πέμπτης Γυμνασίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο των 1572 αγνοουμένων...


Εγκλωβισμένοι στην Άσσια

Για τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες αγνοείται ο Παναγιώτης, μίλησε στη «Σ» ο ηλικιωμένος πατέρας του.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στις 14 Αυγούστου 1974, όταν μπήκαν οι Τούρκοι στην Άσσια, ο ίδιος, η γυναίκα του Μαργαρίτα και τα τρία από τα πέντε του παιδιά, ήταν από τις οικογένειες που εγκλωβίστηκαν στα σπίτια τους. Τα δύο μεγαλύτερά του παιδιά ήταν στρατιώτες. Ο αγνοούμενος γιος του Παναγιώτης ήταν το τρίτο από τα παιδιά του. Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1957. Μελετούσε ασταμάτητα και όνειρό του ήταν να σπουδάσει γιατρός. Επειδή ήταν αριστούχος, φοιτούσε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο με υποτροφία. Όνειρα και στόχοι ζωής, που διέκοψε βάναυσα η τουρκική εισβολή του 1974...


Νίκος Λοΐζου πατέρας αγνούμενου Παναγιώτη Λοΐζου«Εφέντιμ τωρά ρε γκιαούρη»
Με δάκρυα στα μάτια, για τον αγνοούμενο γιο, αλλά και τη σύζυγό του που έφυγε νωρίς από τη ζωή με τον καημό του, ο κ. Νίκος αφηγείται: «Εκείνη τη μέρα, στις 16 Αυγούστου 1974, στο σπίτι μας ήμασταν εγώ και η γυναίκα μου Μαργαρίτα, με τα παιδιά μας, τον Παναγιώτη 17, τη Σπυρούλα 8 και το Χριστάκη 14. Γύρω στις 4:00 το απόγευμα ήρθε μια ομάδα ένοπλων Τούρκων και Τουρκοκύπριων στρατιωτών στο σπίτι μας και κτυπούσαν με λύσσα την πόρτα να τους ανοίξουμε. Άνοιξα και με τα ελάχιστα Τούρκικα που ήξερα τούς είπα «πόσκερτιν εφέντιμ» που σημαίνει «τι κάνετε, τι θέλετε αφέντες;». Τότε ένας στρατιώτης, που προφανώς ήταν Τουρκοκύπριος, μου είπε στα Ελληνικά «γ*** τη γενιά σας, λαλείς μας πόσκερτιν εφέντιμ. Εγινήκαμεν αφέντες τωρά ρε γκιαούρη».

Ο Παναγιώτης εκείνη τη στιγμή έστεκε κοντά μου. Οι Τούρκοι άρχισαν να ρίχνουν πυροβολισμούς στον αέρα για να μας τρομοκρατήσουν. Πιστεύω ότι δεν ήθελαν να κτυπήσουν τον Παναγιώτη μου, αλλά μια σφαίρα κτύπησε το μωρό μου στα πλευρά. Τον άκουσα που έβγαλε κραυγή, ένα μακρόσυρτο «αααα» και σωριάστηκε αιμόφυρτος στο έδαφος.

Οι Τούρκοι αμέσως έφυγαν και εγώ έτρεξα κοντά στο μωρό. Στο μεταξύ, εγώ, μόλις έπεσαν οι πρώτες σφαίρες, φώναξα στη γυναίκα μου να πιάσει τα άλλα δύο μωρά και να φύγει και αυτή, αφού πετάκτηκε από το παράθυρο με τα άλλα μωρά, πήγαν στο σπίτι του παπά, όπως τους είπα. Πήρα ρούχα από το σπίτι και έδεσα τις πληγές του Παναγιώτη μου, που αν και αιμορραγούσε, είχε τις αισθήσεις του. Η σφαίρα είχε μπει και είχε βγει από το σώμα του. Μπορούσε να περπατήσει και έτσι σιγά-σιγά, πήγαμε στο σπίτι του παπά-Σωτήρη, που ήταν η γυναίκα μου και τα άλλα μου δύο παιδιά. Εκεί ήταν και η παπαδιά, μαζί με τα παιδιά τους. Επίσης, η μητέρα του παπά-Σωτήρη. Εκεί, αργά το απόγευμα, ήρθε μια άλλη ομάδα Τούρκων και άρχισαν να κλέβουν τα έπιπλα από το σπίτι. Είδαν τον Παναγιώτη, που αν και είχε τις αισθήσεις του, εντούτοις αιμορραγούσε και πονούσε: «Να το πάρετε στην Αφάνεια το κοπελλούιν, που έχει γιατρό. Εν κρίμα»», μας είπε ένας Τουρκοκύπριος.

Με το βρεφικό καρότσι
«Μετά που έφυγαν, πήραμε μιαν αμαξούδαν από εκείνες που μεταφέρουν τα βρέφη, που είχε ο ιερέας στο σπίτι και βάλαμε τον Παναγιώτη να καθίσει όπως μπορούσε. Μαζί με τη μητέρα του παπά, κατευθυνθήκαμε πεζοί προς την Αφάνεια (Σημειώνεται ότι η Άσσια από το τουρκοκυπριακό χωριό Αφάνεια απέχουν δύο χιλιόμετρα περίπου). Μετά από πολύ κόπο, φτάσαμε στο σχολείο της Αφάνειας. Εκεί λειτουργούσε ένα πρόχειρο νοσοκομείο. Συνάντησα, μόλις φθάσαμε, έναν Τουρκοκύπριο από το ίδιο χωριό που τον ήξερα, τον Χασάν Μιστέρ. Μας ρώτησε τι θέλαμε και του είπαμε για το τι είχε συμβεί στον Παναγιώτη. Τη μητέρα του παπά την έστειλαν πίσω στην Άσσια με όχημα, ενώ εγώ έμεινα με το μωρό μου εκεί στο πρόχειρο νοσοκομείο. Ήταν μια Τ/κ που σπούδαζε νοσοκόμα στην Τουρκία και λόγω των διακοπών του καλοκαιριού, ήταν στην Κύπρο. Η νοσοκόμα περιποιήθηκε πρόχειρα τις πληγές του μωρού μου και του άλλαξε επιδέσμους. Επίσης, ένας άλλος Τούρκος τού έδωσε νερό να πιει γιατί διψούσε λόγω του τραύματός του, ενώ έφαγε και από τη σούπα που του έδωσαν. Είχε νυκτώσει καλά, όταν αυτός - ο Χασάν - μου είπε ότι θα μετέφεραν τον Παναγιώτη στο νοσοκομείο... «Να έρθω και εγώ;» τους ρώτησα και μου είπαν να περιμένω για να μου απαντήσουν. Σε λίγο μου είπαν «όχι»»...


«Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, εδώ και 33 χρόνια»
Ο κ. ΝΙΚΟΣ, με αναφιλητά, μας λέει ακόμη ότι είναι 83 χρονών και αισθάνεται ότι η ζωή του τελειώνει. «Καρτερώ, περιμένω, αντέχω 33 χρόνια. Παρακαλώ, απαιτώ, να μου πουν τι εγίνηκεν με τον Παναγιώτη», μας λέει. Τονίζει και το επαναλαμβάνει ότι το παιδί του αποκλείεται να πέθανε λόγω του τραυματισμού του. Όποια και να ήταν η τύχη του, σίγουρα ήταν άλλη... Με αναφιλητά μάς λέει ακόμη ότι έστω και αν πάντρεψε τέσσερα παιδιά και έχει πολλά εγγονάκια, δεν περνά μια μέρα, δεν περνούν λίγες ώρες και να μη θυμηθεί τον Παναγιώτη του. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, εδώ και 33 χρόνια, το ημερολόγιο της μνήμης σταμάτησε στις 16 Αυγούστου 1974, τη μέρα που χάθηκε ο Παναγιώτης.


«Σε ποιο νοσοκομείο τον πήρατε;»
«ΤΟΥΣ βοήθησα και έβαλαν τον Παναγιώτη μου στο αυτοκίνητο. Δεν ανταλλάξαμε καμιά κουβέντα, ούτε μου είπε κάτι το παιδί μου. Ήταν ταλαιπωρημένο και τραυματισμένο. Μετά από 45 περίπου λεπτά, ο Χασάν και οι άλλοι που μπήκαν στο αυτοκίνητο επέστρεψαν. Εγώ ασυναίσθητα τους ρώτησα «σε ποιο νοσοκομείο τον πήρατε τον Παναγιώτη;». Δεν μου απάντησαν αμέσως. Σαν να σκέφτηκαν κάτι, σαν να μην περίμεναν την ερώτηση. «Στη Λευκωσία;», ρώτησα εγώ και μου απάντησαν «ναι». Ύστερα, όταν απελευθερώθηκα, θυμήθηκα αυτή τη λεπτομέρεια που σας λέω τώρα. Άσε που ο Χασάνης μού έλεγε και πως ήμουν τυχερός, διότι ο Παναγιώτης στάληκε στο νοσοκομείο με «δυο-τρεις δικούς τους», εννοώντας Τούρκους τραυματίες.

Πρέπει επίσης να σας πω ότι ένας άλλος Τουρκοκύπριος από την Αφάνεια που ήξερα και ήταν παρών στα γεγονότα, ήταν ο γιος του Μουστούκκη του παρπέρη. Την κουβέντα ότι «ήμουν τυχερός», είπαν μου την και οι δύο τούτοι. Μετά απ' αυτά τα γεγονότα εγώ οδηγήθηκα στο γκαράζ Παυλίδη στη Λευκωσία, όπου υπήρχαν και άλλοι Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι και στις 20 - 21 Αυγούστου 1974 απελευθερώθηκα και ήρθα στις ελεύθερες περιοχές. Δυστυχώς, ο Παναγιώτης μου δεν έδωσε ποτέ σημεία ζωής. Ωστόσο, μάθαμε από κάποιο συγγενή μας, χρόνια μετά, ότι του είπε κάποιος Τουρκοκύπριος στην Αγγλία από τα μέρη μας, ότι «στο νοσοκομείο που τον πήραν αποθεραπεύτηκε, αλλά μετά δεν γνώριζε τι απέγινε». Η μάνα του Παναγιώτη, η γυναίκα μου η Μαργαρίτα, θέλω να σας πω ότι μετά από πολλά εγκεφαλικά που έπαθε και επτά χρόνια που έμεινε στο κρεβάτι, πέθανε. Το γεγονός ότι ο Παναγιώτης μας χάθηκε μ' αυτό τον τρόπο, ήταν και ο μοναδικός λόγος που πέθανεν πριν από την ώρα της. Μ' αυτό τον καημό πέθανε».

Νίκος Λοΐζου πατέρας αγνοούμενου Παναγιώτη ΛοΐζουΔιάβαζε, μόνο διάβαζε

«ΩΣΠΟΥ έχει η θάλασσα νερό και όσο ζω, εγώ θα καρτερώ και το Θεό κάθε μέρα εν να τον παρακαλώ. Τριάντα τρία χρόνια κάνω υπομονή. Τη δύναμη μου τη δίνει ο γιος μου ο Παναγιώτης ν' αντέχω, για να φωνάζω το όνομά του, να παλεύω για να μάθω τι του εκάναν». Λόγια από το στόμα του Νίκου Λοΐζου, πατέρα 17χρονου αγνοουμένου από την Άσσια, ο οποίος το 1974 πάλεψε για να σώσει τη ζωή του παιδιού του. Και όταν τα κατάφερε, του τον έκλεψαν μέσα από τα χέρια του και τον εξαφάνισαν.

Ρωτώ τον κ. Νίκο να μου πει εκείνες τις τελευταίες μέρες με τον Παναγιώτη του, τις μαύρες μέρες του πολέμου, πώς τις πέρασαν στην Άσσια. Τα μάτια του 83χρονου βασανισμένου ανθρώπου τρέχουν πάλι ποταμούς δακρύων. Διάβαζε και μόνο διάβαζε ο Παναγιώτης. Γιατί ήθελε πολύ να γίνει γιατρός και αυτό ονειρευόταν και ο πατέρας του. Μέχρι που το απόγευμα της 16ης Αυγούστου 1974 ο πατέρας του άνοιξε την πόρτα στους Τούρκους που κτυπούσαν λυσσασμένα και τα όνειρα της οικογένειας τα κάλυψε ο εφιάλτης.


του ΠΑΜΠΟΥ ΒΑΣΙΛΑ

Εφημερίδα "Σημερινή"
18 Μαρτίου 2007

 
assia.org.cy | Copyright 2009 All Rights Reserved | Designed by Netcy.com