Εμφανίσεις Περιεχομένου : 728035
Έχουμε 9 επισκέπτες συνδεδεμένους

Η Άσσια που ζωγράφισε ο Μιχαήλ Κκάσιαλος Εκτύπωση E-mail

του Ανδρέα Καλλή

 

Τρων πιλάφι στο Θέρος - Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλος

Η Άσσια γεννήθηκε στον Μεσαρίτικο κάμπο δίπλα από τη γονιμοποιό κοίτη τού ποταμού Γιαλιά, που πηγάζοντας από τα βουνά του Μαχαιρά πλημμύριζε και πότιζε την εύφορη πεδιάδα που με τις προσπάθειες και τους πολύμοχθους τρόπους των κατοίκων έδινε τροφή στους ανθρώπους και στα ζώα τους. «Άνταν γιωρκήσει η Μεσαρκά, τρώσιν μάνες τζιαι παιδκιά». Οι άνθρωποι αυτού του χωριού πήραν το χώμα του κάμπου και έφτιαξαν με αυτό πλιθάρια κι έκτισαν τα σπίτια τους. Πήραν το χώμα αυτού του κάμπου κι έφτιαξαν κεραμίδια και σκέπασαν τα σπίτια τους. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο κάμπος έχτισε την Άσσια και έθρεψε τους ανθρώπους της. Ο Μιχαήλ Κκάσιαλος γεννήθηκε στην Άσσια προς το τέλος του 19ου αιώνα. Η ζωή του 19ου αιώνα δεν διέφερε και πολύ ή καθόλου από τη ζωή του 4ου αιώνα. Δηλαδή η Άσκεια του Άγιου Σπυρίδωνα δεν διέφερε και πολύ από την Άσσια των νεανικών χρόνων του Μιχαήλ Κκάσιαλου. Στις επόμενες σελίδες θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τους ανθρώπους και τη ζωή τους στα χρόνια που έζησε ο Μιχαήλ Κκάσιαλος.

 

Η κυριότερη ασχολία των κατοίκων με την οποία ασχολείτο το 95% των ανθρώπων ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Τα προϊόντα της γεωργίας ήταν τα δημητριακά, λίγα όσπρια (φακές-φάβα-ρεβίθια) αρτυσιά, καρπούζια, πεπόνια, βαμβάκι, σησάμι, καλαμπόκι. Όλα αυτά καλλιεργούνταν και παράγονταν με τις πατροπαράδοτες παραδοσιακές μεθόδους που στηρίζονταν στη σκληρή σωματική εργασία ανθρώπου και ζώων χωρίς καμία μηχανική υποστήριξη. Εργαλεία και μέσα αυτά που με τόση λεπτομέρεια ζωγράφισε ή ιστόρησε στους πίνακές του ο Μιχαήλ Κκάσιαλος.

Όργωναν με το ξυλάλετρο, το Ησιόδειο άροτρο. Σκληρή δουλειά και για τους ανθρώπους και τα ζώα τους.  Το όργωμα δεν το λέγανε όργωμα αλλά κάματο, τα βόδια καματερά. Τα βόδια ειδικά μα και τα άλλα ζώα γενικά αποτελούσαν ουσιαστικό και πολύτιμο συνεργάτη και τύγχαναν φροντίδας προσεκτικής που πήγαζε από την αναγνώριση της συνεισφοράς τους στην όλη διαδικασία της παραγωγής. Ο παππούς μου απευθυνόμενος στον ταύρο έλεγε «γιε μου», στην αγελάδα (κατσέλα) κόρη μου. Κοιμούνταν στον στάβλο όταν επρόκειτο να γεννήσουν τα θηλυκά ζώα, διέκοπταν τον ύπνο τους να τα ταΐσουν τουλάχιστον 2 ώρες πριν το ξεκίνημα για τη δουλειά.  Οι μερακλήδες στόλιζαν τα σκοινιά και τα άλλα σύνεργα εργασίας ή πειθαρχίας τους.

 


 

Επιστροφή από τα χωράφια - Μιχαήλ Χρ. ΚκάσιαλοςΑγαπούσαν τα ζώα τους οι Ασσιώτες. Μια μόνο φράση θα πω για να δείξω την αναγνώριση της προσφοράς των ζώων. Όταν ο Ασσιώτης νοικοκύρης γύριζε την πρωτοχρονιά από την εκκλησία πήγαινε πρώτα στον στάβλο και μοιράζοντας κόλλυβα και ψωμί στα ζώα του έλεγε «φάτε να φάμε που τους κόπους μας». Προσέξτε παρακαλώ αυτό το μας.

 

Δίπλα στους άντρες και οι γυναίκες. Παρούσες σε όλες τις γεωργικές δραστηριότητες -εξόν από τη σπορά- αλλά με ιδιαίτερο και καθορισμένο ρόλο στα αλώνια. Πέρα δε από τις ασχολίες στα αλώνια, στα μποστάνια, στα βαμβάκια, η γυναίκα έπρεπε να είναι και νοικοκυρά. Έπρεπε να φροντίζει τα του οίκου. Αυτό σήμαινε φροντίδα των παιδιών, μαγείρεμα, μπουγάδα ζύμωμα και εργασία στα νυχτέρια στον αργαλειό αν ήθελε να θεωρείται σωστή νοικοκυρά. Έπρεπε να ξέρει να ετοιμάζει νήματα από το βαμβάκι για τα βαμβακερά, μαλλί για τα μάλλινα, μετάξι για τα μεταξωτά ή να συνδυάζει δύο νήματα στην ύφανση για τα δίμιτα. Είμαι βέβαιος ότι οι γιαγιάδες μας δεν είχαν ακούσει ποτέ για τη Μινωική Αριάδνη και τον μίτο της, έλεγαν όμως τον όρο δίμιτα εννοώντας δύο κλωστές.

 

Βοσκός στον λάκκον ποτίζει πρόβατα - Μιχαήλ Χρ. ΚκάσιαλοςΕκτός από τις γεωργικές ασχολίες υπήρχαν και οι κτηνοτροφικές, κυρίως η προβατοτροφία. «Ο ρεσπύρης εν πασσιάς τζιαι ο βοσκός βεζύρης, τζιείνος που τα τσιει τζιαι τα δκυο, άξιος νοικοκύρης». Οι βοσκοί της Άσσιας έβοσκαν στους αγρούς τα ζώα τους ολόχρονα και μόνο τις βροχερές ημέρες του χειμώνα τα άφηναν στις μάντρες.  Μου άρεσε να ακούω τους βοσκούς στις κουβέντες τους και ενθουσιαζόμουν όταν μέσα από τα διάφορα, αλίευα λέξεις που παράπεμπαν σε άλλες εποχές που έφταναν στους μακρινούς Έλληνες προγόνους. Αναφέρω κάποια παραδείγματα. Δεν ήξεραν οι βοσκοί μας ότι η λέξη πυρ σήμαινε φωτιά. Έλεγαν όμως πυρόψα την προβατίνα που το πρόσωπό της, η όψη της, ήταν κοκκινωπή, στο χρώμα της φωτιάς. Σίγουρα δεν ήξεραν τη σημασία του ρήματος ελαύνω που με τα διάφορα συνθετικά του έχουμε τις λέξεις ποδηλάτης, κωπηλάτης, στρατηλάτης, κλπ. αλλά έλεγαν οι βοσκοί μας «προλάτα» την προβατίνα που προέλαυνε όταν ξεκινούσε το κοπάδι. Έλεγαν γλωρονομή την πρασινάδα, την πράσινη βοσκή. Αυτές περίπου ήταν οι ασχολίες των Ασσιωτών στα χρόνια τα νεανικά του Μιχαήλ Κκάσιαλου.

 

Η ζωή φυσικά εις την κοινότητα είχε τους κανόνες της που συνοψίζονταν σε μια φράση «Η σειρά τους αδρώπους». Αυτή η σειρά δεν ήταν γραπτή νομοθεσία. Ήταν άγραφοι νόμοι που πήγαζαν από την παράδοση και ήταν απαραβίαστοι. Αυτούς τους κανόνες συμπεριφοράς τους έπιανες από τον αέρα που ανάπνεες και αλίμονο σ' εκείνο που παραβίαζε τους κανόνες. «Έβκαινννε που τη σειρά τους αδρώπους» και οι Ασσιώτες έδιναν μεγάλη σημασία στην διατήρηση της υπόληψής τους.

 

Ήθη αυστηρά. Οι άντρες να σέβονται ο ένας τον άλλο και την οικογένεια, αλλιώς τον λόγο είχαν τα μαχαίρια. Η γυναίκα χαμηλοβλεπούσα και ταπεινή. Η «αντροπή» κόσμημά της. Απέφευγαν οι γυναίκες και να περνούν από τις πλατείες που ήταν τα καφενεία, στην εκκλησία στο πίσω μέρος. Αντίδωρα έπαιρναν σε άλλη θέση της εκκλησίας, χωριστά από τους άντρες. Στους γάμους χόρευαν σε χωριστό χώρο.


Ο Γάμος - Μιχαήλ Χρ. ΚκάσιαλοςΈνα σημαντικό κεφάλαιο του κύκλου της ζωής ήταν φυσικά ο γάμος. Οι γάμοι γίνονταν τον Οκτώβρη μήνα.  Τελείωναν οι γεωργικές ασχολίες του χρόνου και δεν άρχιζαν οι νέες. Έθιμα του γάμου ζωγραφισμένα δείχνουν την παράδοση όπως η θυσία αίματος, το σπάσιμο του ροδιού, το μέλι και το γάλα μεταξύ νύμφης και πεθεράς αλλά και τα ήθη.

 

Ο γαμπρός παλικάρι, η νύμφη σεμνή και χαμηλοβλεπούσα. Να περπατά με μικρά βήματα, διστακτικά, όταν μετά το μυστήριο στην εκκλησία γύριζαν με τα εξαπτέρυγα τους παπάδες και τη μουσική στο σπίτι του γαμπρού.

 

Σε αυτή την κοινωνία έζησε και δημιούργησε ο Μιχαήλ Κκάσιαλος. Ήταν μια κοινωνία οργανωμένη σε όλες τις φάσεις της καθημερινότητας και η αυστηρή τήρηση των πατροπαράδοτων κανόνων συμπεριφοράς απαραβίαστη. «Έτσι ήβραμεν, έτσι παρπατούμεν». Ζωγράφισε τις ασχολίες των ανθρώπων και τις συνήθειές τους, την αλληλοβοήθεια στο κόψιμο των πλιθαριών, στο κτίσιμο, στο θέρος, ιδιαίτερα στον κίνδυνο. Φωτιά στα χωράφια στα αλώνια; Με το κτύπημα της καμπάνας συναγερμός. Όλοι έσπευδαν να βοηθήσουν. Δεν ζωγράφισε ποτέ τις κακές συνήθειες των Ασσιωτών όπως π.χ. μεθύσια, καβγάδες, φόνους. Ζωγράφισε αυτό το χωριό και τους ανθρώπους του. Ενώ έζησε και είδε αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές μηχανές, πουθενά στα έργα του δεν εμφανίζονται μηχανήματα ή άλλες συσκευές που γνώρισε ο άνθρωπος του 20ου αιώνα.

 

Τον θυμάμαι έναν άνθρωπο λίγο κοντό, παχουλό με κοιλίτσα, να φορά πάντοτε το καπελάκι του, που μόνο αυτός φορούσε τέτοιο καπέλο στην Άσσια, με τη βράκα και το γιλέκο του να περπατά τον δρόμο από το σπίτι και εργαστήρι του προς την πλατεία της πάνω γειτονιάς για το καφενείο ή την εκκλησία. Μόνο στην εκκλησία έβγαζε το στρογγυλό χωρίς γείσο σκουφί του κι έβλεπες την περίμετρό του αποτυπωμένη στο φαλακρό κατάλευκο κεφάλι του.

 

Το σκαρπάρικο - Μιχαήλ Χρ. ΚκάσιαλοςΟ Μιχαήλ Κκάσιαλος αφού έμαθε ανάγνωση και γραφή στο σχολείο του χωριού του μπήκε στη βιοπάλη. Δεν είχε κτήματα αρκετά ο πατέρας του. Παπουτσής ήταν το επάγγελμα που έμαθε και δούλεψε για κάποια χρόνια.  Αυτή η επαγγελματική του ενασχόληση φαίνεται και εύκολα μπορεί κανείς να τη διακρίνει στη λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει τα παπούτσια που ζωγραφίζει ιδίως στα γυναικεία. Στα χρόνια της ευφορίας, όταν ο κάμπος απέδιδε καρπόν εκατονταπλασίονα, ο κόσμος παράγγελνε και παπούτσια κι έτσι ο Μιχαήλ Κκάσιαλος είχε δουλειά. Στις χρονιές της αστοχίας όμως; Κόβονταν τα μη απαραίτητα και τα καινούργια παπούτσια μπορούσαν να περιμένουν. Η οικογένεια του Μιχαήλ Κκάσιαλου όμως;

Αντίγραφο αρχαίου κεφαλιού - Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλος

 

Ο Μιχαήλ Κκάσιαλος τότε έδειχνε τις πολλαπλές του ικανότητες που μπορούσες να διακρίνεις στο σπινθηροβόλο βλέμμα του και στο ανήσυχο πνεύμα του. Έπρεπε να βρει τρόπους και μέσα επιβίωσης. Όλη η Κύπρος είναι κατάσπαρτη από αρχαίους οικισμούς. Στην Άσσια, δύο περιοχές με τα τοπωνύμια «Ελληνότρυπες» και «Καταλύματα» ήταν οι πιο πλούσιες σε ευρήματα. Οι άνθρωποι που όργωναν τα χτήματά τους έβρισκαν «κουζούθκια» (πήλινα αγγεία) και «κελέες» (κεφάλια). Όταν οι ξένοι άρχισαν να έρχονται και να ζητούν να αγοράσουν τα ευρήματα μερικοί χωριανοί τα πουλούσαν για λίγα χρήματα. Όταν κατάλαβαν ότι υπήρχε ζήτηση και κατά συνέπεια εισόδημα άρχισαν να σκάβουν. Μετά ήρθε ο νόμος που απαγόρευε αυτό το εμπόριο. Ο Μιχαήλ Κκάσιαλος όμως βρήκε τρόπο να έχει εισοδήματα από τα αρχαία χωρίς να παρανομεί. Απλούστατα τα έφτιαχνε ο ίδιος.  Πλήρωνε ένα Τουρκοκύπριο που του κουβαλούσε μάρμαρα από την περιοχή των αρχαίων Γόλγων και χωρίς να σπουδάσει γλυπτική δημιουργούσε τέτοιες απομιμήσεις που μπορούσε να ξεγελαστούν ακόμα και ειδικοί.  Τόσο τέλεια ήταν η τέχνη του. Η γλυπτική ήταν η πρώτη καλλιτεχνία με την οποία ασχολήθηκε. Με δικές του μεθόδους αρχαιοποιούσε τα γλυπτά του και τα διέθετε στους αρχαιοκάπηλους. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με την πηλοπλαστική. Με καλούπια έφτιαχνε αρχαίου τύπου λυχνάρια, τα μαύριζε τα λάδωνε και τα πουλούσε.  «Πενία τέχνας κατεργάζεται».

 

Όταν αυτά τελείωσαν άρχισε να κατασκευάζει καθρέφτες που τους ζωγράφιζε με λουλούδια κι ευχές ή ρητά, τους έβαζε κορνίζα και τους πουλούσε στα πανηγύρια. Τον παρακολούθησα μια φορά όταν κατασκεύαζε κορνίζες.  Έπαιρνε το ξύλο και το μπογιάτιζε. Ενώ ακόμα το χρώμα ήταν φρέσκο άναβε μια δέσμη κεριά και κουνώντας τα με ταχύτητα και επιδεξιότητα γύρω από το φρεσκομπογιατισμένο ξύλο έσμιγε η αιθάλη των κεριών με το χρώμα που έπαιρνε τέτοιες αποχρώσεις που μόνο αν έβλεπες την όλη διαδικασία μπορούσες να καταλάβεις πώς γινόταν.

 

Με την καθαυτό ζωγραφική ασχολήθηκε πολύ αργότερα. Πώς έγινε αυτό; Παντρευόταν ένας γείτονάς του.  Παρευρισκόταν στον γάμο ο αείμνηστος ζωγράφος ο Διαμαντής που τον είδε ο Κκάσιαλος να σκιτσάρει στιγμιότυπα, σκηνές φυσιογνωμίες. Γεμάτος περιέργεια τον πλησίασε. «Ίντα πού κάμνεις»; Ρώτησε τον αείμνηστο Διαμαντή,  ο οποίος του απάντησε ότι αυτά τα πρόχειρα σκιτσογραφήματα θα αποτελούσαν τη βάση για ζωγραφικούς πίνακες που σχεδίαζε. «Και τί κάμνετε τους πίνακες που σχεδιάζετε»; «Τους πουλούμε».

 

Αυτό ήταν η αρχή. Ήταν το έναυσμα για να ξεκινήσει στα 65 τόσα χρόνια του ένας απλοϊκός βρακάς που την Άσσια να ζωγραφίζει. Πάντοτε με την υποστήριξη την καθοδήγηση και την αγάπη του αείμνηστου Διαμαντή ο Μιχαήλ Κκάσιαλος μπαίνει στον χορό της ζωγραφικής τέχνης όπου έμελλε να έχει επιτυχίες που ούτε ο ίδιος δεν φανταζόταν. Οργανώνει εκθέσεις ατομικές. Παίρνει μέρος σε ομαδικές. Διακρίνεται στη Μπρατισλάβα. Το όνομά του δημοσιεύεται στα διεθνή περιοδικά τέχνης. Οι πίνακές του περιζήτητοι. Εργάζεται ώρες στο εργαστήρι. Παράγει έργο. Σταματά μόνο όταν κουράζεται ή όταν ακούει την καμπάνα του εσπερινού. Τότε σηκώνεται από την καρέκλα του, βγάζει την ποδιά του και κάνοντας τον σταυρό του βγαίνει από το εργαστήριό του. Η αγάπη του για την εκκλησία, η σημασία που έδινε καθώς και η αξία της στη συνείδηση του Μιχαήλ Κκάσιαλου φαίνεται από ένα πίνακα που ιστορούσε την εκκλησία του Προδρόμου. Εδώ φαίνεται ο τρόπος που σκεφτόταν και αξιολογούσε τα πράγματα. Μην ψάχνετε λογική, αναλογίες, προοπτική στα έργα του Κκάσιαλου.

 

Ζωγράφιζε όπως ένιωθε αυτός και κανένας άλλος. Στην αυλή της εκκλησίας ορθωνόταν ένας πανύψηλος ευκάλυπτος που φυσικά κάλυπτε το καμπαναριό αφού ήταν πιο μπροστά. Στον πίνακα όμως το καμπαναριό προβαλλόταν μπροστά-μπροστά πανύψηλο και μεγαλόπρεπο ενώ τα φυλλώματα του ευκαλύπτου πήγαιναν πιο πίσω. Σε παρατήρησή μου ότι έπρεπε το καμπαναριό να καλύπτεται από τον ευκάλυπτο αφού αυτός ήταν μπροστά, ο Μιχαήλ Κκάσιαλος παραξενεμένος για την άποψή μου απάντησε αμέσως. «Ακατάγνωτα δάσκαλε, θέλεις να βάλουμε τον ευκάλυπτο να σκεπάζει το καμπαναρκόν; Εν γίνεται έτσι πράμα».

 

Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλος

 

Η αγάπη του για τη θρησκεία φάνηκε πιο καθαρά όταν η εργασία του του έδωσε την οικονομική άνεση που χρόνια αποζητούσε. Τότε, όταν μπόρεσε να νιώσει έτοιμος έβαλε μπροστά ένα τάμα, να εκπληρώσει ένα όνειρο.  Να κτίσει εκκλησία στη χάρη του Αγίου Σπυρίδωνα. Άρχισε το κτίσιμο. Όταν σε κάποια φάση τελείωναν τα χρήματα και σταματούσε το έργο έλεγε: «ο Άγιος Σπυρίδωνας θα πέψει και άλλα». Έτσι σιγά σιγά χτίστηκε και επιπλώθηκε η μικρή εκκλησία. Στο εικονοστάσι της εικόνες που ζωγράφισε ο ίδιος. Μόλις μπήκα σε αυτή την εκκλησία και είδα το εικονοστάσι σκέφτηκα ότι αυτή η εκκλησία θα ήταν κάποτε ένα μνημείο που θα θύμιζε σε όλους το πέρασμα από τη ζωή του Μιχαήλ Κκάσιαλου και το εικονοστάσι μια διαρκής έκθεση του έργου και της τεχνοτροπίας του. Η θεματολογία του παρμένη από τη ζωή των νεανικών του χρόνων. Παρμένη από τις μνήμες του. Σκεφθείτε ότι όταν το 1960 εμφανίζεται στον κόσμο της ζωγραφικής για πρώτη φορά, ήταν ήδη 75 χρονών. Ένας αγράμματος γέρος βρακάς που την Άσσια κατεβαίνει στον στίβο ως ζωγράφος και κατάφερε το όνομά του να προβληθεί στον διεθνή χώρο. Θέματά του παρμένα όπως ανάφερα από τη ζωή, όπως τη θυμόταν ή ήθελε να τη θυμάται έτσι, των νεανικών του χρόνων. Πρόσωπα και χρώματα όχι πραγματικά, αλλά βγαλμένα από τη μνήμη και ζωγραφισμένα από τον χρωστήρα της καρδιάς του.

 

Τελετή αποκαλυπτηρίων του μνημείου του Μιχαήλ Χρ. ΚκάσιαλουΠλάθαμε όνειρα ως Ασσιώτες για τον Μιχαήλ Κκάσιαλο. Να ανεγείρουμε ένα άγαλμά του στην μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία του. Η πλατεία να ονομαζόταν πλατεία Μιχαήλ Κκάσιαλου. Όλα αυτά τα σχέδια τα διέκοψε η προδοσία και το έγκλημα του καλοκαιριού του 1974. Ο ίδιος ο σεβαστός γέροντας με τα λιγοστά κατάλευκα μαλλιά γνώρισε τη θηριωδία του βάρβαρου εισβολέα και άφησε την τελευταία του πνοή μακριά από το σπίτι του, μακριά από την εκκλησία του. Τώρα αναπαύεται στο φιλόξενο χώμα της Λάρνακας όπου το Κοινοτικό Συμβούλιο Άσσιας θα ανεγείρει μνημείο προς τιμή του. Εμείς παρακαλούμε τον Ύψιστο, παρακαλούμε τον Θεό του Κκάσιαλου να μας αξιώσει να ξαναπάμε στα χώματά μας για να μπορέσουμε ως Άσσια να δείξουμε την αγάπη μας σε αυτόν που τίμησε με το έργο του την Άσσια: που τίμησε την Κύπρο.

 

Ευχαριστούμε ως Άσσια τον άνθρωπο που με τα έργα του ιστόρησε τη ζωή των προγόνων μας, ατίμητη παρακαταθήκη το έργο του, μιας κοινωνίας και μιας κοινότητας που λειτουργούσε με τους κανόνες της «σειράς των αδρώπων». Το έργο του Μιχαήλ Κκάσιαλου είναι μια εγκυκλοπαίδεια μιας κοινωνίας ανεπανάληπτης που σεβόταν την υπόληψη και την περιουσία, που σεβόταν τους πρεσβύτερους, που σεβόταν κάθε στιγμή κάθε ξεχωριστή ώρα. Όρθιοι όλοι στα καφενεία όταν περνούσε κηδεία. Όρθιοι όλοι όταν περνούσε η πομπή του γάμου. Αυτός ήταν ο Μιχαήλ Κκάσιαλος σε αυτήν την κοινωνία έζησε και αυτήν την κοινωνία ζωγράφισε σε όλες τις καλές φάσεις της ζωής της.


Ο κ. Ανδρέας Καλλής είναι εκπαιδευτικός, πρώην Διευθυντής Δημοτικής Εκπαίδευσης.


Πηγή: «Από το Σκαρπάρικο στη Διεθνή Καταξίωση - Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλος», Κοινοτικό Συμβούλιο Άσσιας, έρευνα επιμέλεια έκδοσης Μαργαρίτα Ιωάννου και Γιάννος Δημητρίου, 2011, Λάρνακα, σελ. 29-40.


Σημείωση

Η πιο πάνω μελέτη ήταν η εισήγηση του κ. Ανδρέα Καλλή στην επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ο Μιχαήλ Κκάσιαλος και η Ναΐφ τέχνη» που διοργάνωσε ο Λαογραφικός και Πολιτιστικός Όμιλος του Εθνικού Άσσιας «Μιχαήλ Κάσιαλος» στις 13 Νοεμβρίου 2010 στη Λευκωσία.


Θέλουμε να εκφράσουμε τις θερμές μας ευχαριστίες προς τον κ. Ανδρέα Καλλή που ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα μας να φιλοξενήσουμε την πιο πάνω μελέτη στην ιστοσελίδα μας.

 

Κείμενα-μελέτες που είναι καταχωρημένα στην ιστοσελίδα μας για τη ζωή και το έργο του Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλου

Αρχείο φωτογαφιών - η ζωή, οι πίνακες και  τα γλυπτά του Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλου

 
assia.org.cy | Copyright 2009 All Rights Reserved | Designed by Netcy.com