Εμφανίσεις Περιεχομένου : 740667
Έχουμε 75 επισκέπτες συνδεδεμένους

Η Άσσια στα Χέρια του Αττίλα Εκτύπωση E-mail

 

του Κώστα Χρ. Τζωρτζή

 

Συγκλονιστικές αφηγήσεις των κατοίκων

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΞΕΡΡΙΖΩΜΟΥ - ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΓΕΜΑΤΟΙ ΠΤΩΜΑΤΑ

Στις 14 Αυγούστου 1974 η Άσσια που γέννησε τον Άγιο Σπυρίδωνα και το λαϊκό ζωγράφο Μ. Κάσιαλο που η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Κύπρου, γινόταν κι αυτή λεία στα χέρια του αιμοδιψή Αττίλα.

Γύρο στις 2.15 μ.μ. δεχόταν τα πολλαπλά και ανηλεή κτυπήματα πολυάριθμων τουρκικών αρμάτων μάχης και πεζικού που ακολουθούσε και ενώ το ΡΙΚ μετέδιδε ότι «αι ημέτεραι δυνάμεις αναδιπλούντο ομαλώς και σθεναρώς» αφήνοντας το λαό σε πλήρη άγνοια και συσκότιση, η Άσσια ασφυχτικά ένοιωθε τον τούρκικο κλοιό να την περισφίγγει ολοένα και περισσότερο.

Πολλά θύματα, δεκάδες αγνοουμένων, βιασμοί, βεβηλώσεις κ.α. καταστροφικές, συνιστούν την τραγωδία από την οποία πλήγηκε η φιλοπρόοδη κοινότητα της Άσσιας.  Ίσως να μην υπερβάλλω αν πω ότι τουλάχιστο σε έμψυχο υλικό οι απώλειες είναι πιο μεγάλες από οποιουδήποτε άλλου χωριού ου πλήγηκε από τον τούρκικο επεκτατισμό.

ΒΙΑΙΗ ΦΥΓΗ

Η ώρα της βίαιης φυγής ήταν κάτι το φοβερά συγκλονιστικό όταν μερικοί χωριανοί των ακραίων περιοχών της Άσσιας αντελήφθησαν ότι οι οπλισμένοι σαν αστακοί Τούρκοι έμπαιναν στην Άσσια, με κίνδυνο της ζωής τους, κορνάροντας συνεχώς και φωνάζοντας, παρότρυναν απ' όπου περνούσαν τους συγχωριανούς τους να εκκενώσουν όσο γινόταν πιο γρήγορα το χωριό για να αποφύγουν την αιχμαλωσία και τις συνέπειες της.

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται: Μέσα στη σύγχυση και τον πανικό που δημιουργήθηκε και κάτω από τους συνεχείς πυροβολισμούς των Τούρκων που στο μεταξύ μπήκανε από πολλές μεριές στο χωριό, ο καθένας προσπαθούσε να διαφύγει αδιαφορώντας για τα υλικά αγαθά του.  Αυτό που προείχε ήταν η σωτηρία ατόμων κι όχι αγαθών.  Εν τούτοις μέσα στην όλη ταραχή πολλοί γονείς δεν πρόλαβαν να περιμαζέψουν τα παιδιά τους με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν οικογένειες από την Άσσια που έχουν τρία ή τέσσερα μέλη αγνοούμενα μεταξύ των οποίων και παιδιά.

Όταν η Άσσια εκκενωνόταν, οι πλατιοί δρόμοι της είχαν γεμίσει, κυριολεκτικά είχαν πήξει, από τα βαρυφορτωμένα αυτοκίνητα που ακανόνιστα και εσπευσμένα προσπαθούσαν ν' απομακρυνθούν από τον κίνδυνο.

Εγκαταλείποντας την Άσσια με τη βία ξέρει ο καθένας ότι ίσως πρέπει να περάσει πολύς καιρός μέχρι να έρθει κάποτε το «πλήρωμα του χρόνου» για να την ξαναδεί.


ΑΓΚΑΣΤΙΝΙΩΤΙΣΣΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΣΣΙΑ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ:

Η Κατίνα Χατζη Μερακλή από την Αγκαστίνα στις 14 Αυγούστου 1974 έφυγε από το χωριό της με την οικογένεια και άλλους συγχωριανούς της και κατευθύνθηκε νότια που δεν υπήρχε, μέχρι τότε φόβος, να φτάσουν τα τουρκικά τανκς.

Έφτασε στην Άσσια, αλλά η τραγική μοίρα την έφερε να είναι εγκλωβισμένη για δυο βδομάδες μαζί με του υπόλοιπους Ασσιώτες.  Σε κατάθεσή της στην Αστυνομία μετά που έφτασε στις ελεύθερες περιοχές περιγράφει τι είδε στην Άσσια καθώς και τις εντυπώσεις της.

«Ήταν Τετάρτη 14 Αυγούστου 1974, πρώτη μέρα της δεύτερης ληστρικής φάσης της εισβολής.  Ο ήλιος πρόφθασε να ρίξει τις χρυσοκέντητες ακτίνες τον στον Μεσαορίτικο κάμπο και το βούισμα των τουρκικών βομβαρδιστικών αεροπλάνων μας σήκωσε από τα κρεβάτια μας κατατρομαγμένους.

Τα κλάματα των παιδιών γέμισαν τις γειτονιές.  Σε λίγο το δάκρυ άρχισε να κυλά στα καταπονεμένα πρόσωπα τους.  Όλοι δεν ξέραμε τι να κάνουμε.  Τρέχαμε δεξιά κι αριστερά για να βρούμε κάποιο καταφύγιο, για να γλιτώσουμε από τη νέα συμφορά που άρχισε για δεύτερη φορά στο αιματόβρεχτο νησί μας.

Τα νέφη καπνού άρχισαν αμέσως να σκεπάζουν τον ουρανό.  Όλοι μας σκορπιστήκαμε και κρυφτήκαμε στις σπηλιές.  Ο ιδρώτας της αγωνίας άρχισε να γεμίζει ολόκληρο το κορμί μας.  Σε λίγο οι εκρήξεις των βομβών ταράζουν συθέμελα την περιοχή.  Οι φωνές των πουλιών είχαν κοπάσει κι' αυτές από το βούισμα των αεροπλάνων και το κροτάλισμα των όπλων.

Ο κυπριακός ουρανός κυριολεκτικά «καλλιεργείτο» από τα αεροπλάνα της ερήμωσης και του πένθους.  Γύρω στις 10 τα καραβάνια της προσφυγιάς άρχισαν να περνούν από το χωριό μας.  Προέρχονταν από την Κυθρέα, το Έξω Μετόχι και τη Μια Μηλιά.  Ο τρόμος και ο πανικός κυριαρχούσε στις ψυχές μας.  Όλοι για να σωθούμε τρέχαμε προς το άγνωστο.  Άλλοι με τ' αυτοκίνητά τους και άλλοι με τα πόδια.  Όλοι τραβούσαν προς τον Νότο, προς τι βάσεις...

Εμείς σταθήκαμε για λίγο στην Άσσια.  Έπειτα από επίμονη παρότρυνση συγχωριανού μας, εγκατεστημένου στην Άσσια, μείναμε εκεί.  Επικρατούσε άκρα ησυχία, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

Σε λίγο όμως την ηρεμία και τη γαλήνη του χωριού την διατάραξαν πυροβολισμοί που προέρχονταν κυρίως από το μικρό και μικτό χωριό Αφάνεια.  Δεν προλάβαμε να αντιληφθούμε καλά-καλά τι γινόταν και βρεθήκαμε αμέσως κυκλωμένοι από τα τουρκικά τανκς που έφθασαν από την Αφάνεια και την Αγκαστίνα.

Στ' αυτιά μας άρχισαν να φθάνουν αλλιώτικες φωνές.  Οι Τούρκοι επιδρομείς είχαν φθάσει.  Ο τρόμος και η αγωνία κυριάρχησε σ' όλο το είναι μας και δεν ξέραμε τι να κάνουμε.

Δειλά-δειλά σηκώσαμε το κεφάλι μας και μέσα από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλων διακρίναμε πως ο δρόμος γέμισε ήδη από Τούρκους στρατιώτες και οι σφαίρες σφύριζαν γύρω μας.

Ένα ανθρώπινο βογκητό διέκοπτε κάπου-κάπου το χαλασμό που συνεχιζόταν τριγύρω.  Η καρδιά μας σαν να σταμάτησε για λίγο να κτυπά.  Οι φωνές των Τούρκων που διάτασσαν την παράδοση, αντήχησαν στ' αυτιά μας.  Χίλιες σκέψεις περνούσαν από το νου μας, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε άλλο τρόπο εκλογής.  Με ανεβασμένα τα χέρια και με την σκέψη μας στα πιο αγαπημένα πρόσωπα, σέρνοντας το βήμα μας, παρουσιαστήκαμε στο προαύλιο του σπιτιού.  Θέαμα φρικτό και απάνθρωπο ήταν αυτό που αντικρίσαμε.  Ένας μεγάλος άνδρας σπαρταρούσε μέσα στο αίμα, στη μέση του δρόμου.  Πιο πέρα άλλο ένα ανθρώπινο πτώμα και σ' ένα γειτονικό σπίτι ένας άρρωστος νέος στο κρεβάτι του πόνου να σκοτώνεται εν ψυχρώ, όπως και τόσοι άλλοι.  Οι Τούρκοι μας διέταξαν να πάμε στην πλατεία του χωριού.  Στο διάβα μας προς την πλατεία το κροτάλισμα των όπλων πάνω στις πόρτες και οι ανατινάξεις των αυτοκινήτων συνεπλήρωσαν το χαλασμό και την ερήμωση.  Μια βιβλική καταστροφή γινόταν στην άλλοτε ανθοφορούσα και ευημερούσα κοινότητα της Άσσιας.

Μετά από ένα εικοσάλεπτο περίπου βρεθήκαμε στην πλατεία του χωριού.  Κάπου 800 άτομα με το κεφάλι σκυφτό και με πρόσωπα σκυθρωπά τα μάζεψαν εκείνο το απαίσιο δειλινό.

Μας διέταξαν ν' ανεβούμε (ξεχωριστά οι άνδρες από τις γυναίκες) στα στρατιωτικά καμιόνια.  Προτού ανέβουν οι άνδρες σε στρατιωτικά αυτοκίνητα τους έδεσαν πισθάγκωνα, με ό,τι είχαν στη διάθεση τους και πιο πέρα τους έβγαλαν τα παπούτσια.

Μέσα στ λίγα λεπτά όλοι βρεθήκαμε πάνω στ' αυτοκίνητα.  Δεν πρόλαβαν όλα να εκκινήσουν και μια νέα διαταγή διέκοψε την έναρξη της πορείας μας προς το άγνωστο.  Εξηγώντας την ενέργεια τους τούτη μας είπαν για εμπαιγμό, πως τάχα «διέταξε ο Μακάριος, τα γυναικόπαιδα να επιστρέψουν στα σπίτια τους!»

Χωρίς χρονοτριβή κατεβήκαμε από τα αυτοκίνητα.  Όμως ενώ κατεβαίναμε μερικοί μας κτυπούσαν.  Σαστισμένοι και φοβισμένοι από τη φρίκη αυτή πρώτη εμπειρία πήραμε τον δρόμο προς το σπίτι που μας φιλοξένησε.  Οι δρόμοι της Άσσιας είχαν στο μεταξύ γεμίσει από τανκς.

Όταν επήλθε κάποια ηρεμία βοηθήσαμε τις γυναίκες-συγγενείς Ελληνοκυπρίων που δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους «Ειρηνευτές» να τους μεταφέρουν σπίτι.  Έπειτα απ' αυτό, πήγαμε και κλειστήκαμε στο δικό μας πρόχειρο κατάλυμα.  Είμασταν κάπου πενήντα άτομα, γυναικόπαιδα και γέροι όλοι μας από το χωριό Αγκαστίνα.  Μετά από λίγες ώρες επικράτησε πλήρης νεκρική σιγή.  Ούτε κι' αυτό το γαύγισμα των σκυλιών ακουγόταν πια.

Αποσυρθήκαμε σε δυο μικρά δωμάτια και βάλαμε όλα τα παιδιά στο πάτωμα για να ξαπλώσουν.  Εμείς καθίσαμε και περιμέναμε.  Παντού κυριαρχούσε σκοτεινιά και παγωνιά ψυχής και προσώπου.

Η νύχτα κυλούσε αργά.  Τα λεπτά μας φαινόντουσαν ώρες ολόκληρες μέχρι να ξημερώσει, η νύχτα μας φάνηκε βουνό.  Προτού χαράξει καλά-καλά το φως, οι γειτόνισσες μας φώναξαν για να τις βοηθήσουμε να θάψουν τους νεκρούς της γειτονιάς.  Κάθε γειτονιά είχε τους δικούς της νεκρούς.

Στο χωριό, μέρα με τη μέρα από τη δυσοσμία ανακάλυπταν νέα πτώματα σκοτωμένων, μερικοί από τους οποίους ήταν στα κρεβάτια τους.  Βέβαια δεν γινόταν η καθιερωμένη ιεροτελεστία, αλλ' ούτε και να τους πάρουμε στον ενδεδειγμένο τόπο για να τους θάψουμε, ήταν δυνατό.  Τους νεκρούς μας τους έδωσαν ύστερα από έντονα διαβήματα στο οποία πρωτοστάτησαν γνωστά στελέχη του λαϊκού κινήματος (και οι οποίοι δυστυχώς εξακολουθούν να είναι ως σήμερα αγνοούμενοι).

Τους βάλαμε σ' ένα χαράκωμα από εκείνα που είναι κατάλληλα για καταφύγια από τον κίνδυνο της αεροπορίας.  Εγώ βοήθησα σε τρεις περιπτώσεις.  Όλοι, πάντως, σκοτώθηκαν, άλλοι στα κρεβάτια κι άλλοι στις αυλές τους σε «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις των «ειρηνευτών» εν ψυχρώ.  Οι δολοφόνοι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον να τους θάψουν, παρά μόνον περνούσαν κι από πάνω τους, αδιάφοροι.

Πόσο αισχρά απατηλοί είναι πράγματι οι ισχυρισμοί των στρατοκρατών της Τουρκικής φασιστικής χούντας ότι μόνος σκοπός της επέμβασης τους ήταν η «αποκατάσταση» της συνταγματικής τάξης στον τόπο μας.  Ποια σχέση μπορεί να έχουν όλ' αυτά τα εγκλήματα και οι κτηνωδίες με την ειρήνη που ήρθαν να επιβάλουν τα «ειρηνικά» μεχμετζίκ.

Σαν τέλειωνε η ανθρωπιστική μας υποχρέωση της ταφής των νεκρών επιστρέφαμε συντετριμμένοι κυριολεκτικά στα σπίτια μας.  Βέβαια εκεί έμελλε να διαδεχθεί η φρίκη και την απόγνωση άλλη κακοήθεια των ορδών του Αττίλα.  Η λεηλασία περιουσιών, οι αρπαγές, οι εξευτελισμοί και άλλα παρόμοια.  Οι Τούρκοι κατακτητές, άξεστοι, συμπεριφερόμενοι σαν νεότεροι κουρσάροι, έκλεψαν και φόρτωσαν στ' αυτοκίνητα ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν, δημιούργημα του κόπου και των στερήσεων εκατοντάδων φτωχών εργαζομένων ανθρώπων, εργατών και γεωργών.  Τα έκλεβαν, το φόρτωναν στα αυτοκίνητα και έφευγαν προς άγνωστη διεύθυνση.

Θυμούμαι καλά ότι οι τέσσερις πρώτες μέρες της κατοχής της Άσσιας αφιερώθηκαν από τους βαρβάρους επιδρομείς στις αρπαγές και τις λεηλασίες.  Όλα τα σπίτια των κατοίκων της Άσσιας έμειναν γυμνά.

Σαν να μην έφταναν όλ' αυτά, είχε προστεθεί και η αποπνικτική δυσοσμία που την προκάλεσε η αποσύνθεση των πτωμάτων ανθρώπων και ζώων, που εξακολουθούσαν να μένουν άταφα, μετατρέποντας το χωριό κυριολεκτική κόλαση.  Λίγες μέρες αργότερα και ύστερα από έντονες παραστάσεις μας επέτρεψαν επιτέλους σε μερικές γριές να μεταβούν στα ήδη διερρηγμένα παντοπωλεία του χωριού και να φέρουν λίγα τρόφιμα για τα παιδιά και όλους τους εγκλωβισμένους.

Σ' όλο αυτό το διάστημα, φυσικά, δεν έλειπαν οι έρευνες στα σπίτια από μέρους των Τούρκων στρατιωτών.  Είμαστε ευτυχείς γιατί ανάμεσα σε μας τους εγκλωβισμένους υπήρχε κι ένας γέρος αλλοδαπός, νομίζω Άγγλος, που ήταν παντρεμένος με Ελληνίδα, από το χωριό μας και έτσι νιώθαμε κάπως πιο ασφαλείς.

Αφού παρήλθαν αρκετές μέρες, κάπου μια βδομάδα, οι Τούρκοι μας πήραν τα ονόματα, που, όπως μας είπαν θα τα έδιναν στον Ερυθρό Σταυρό.  Όταν συμπληρώθηκε η καταγραφή των ονομάτων μας μετέφεραν πάλι με την απειλήν των όπλων και με πολλούς πυροβολισμούς για εκφοβισμό σε μια γειτονιά του χωριού.  Τριγύρω μας υπήρχε φρουρά η οποία φρόντιζε (ιδιαίτερα κατά τις νύχτες) να προκαλέσει τον τρόμο και τον πανικό με διάφορες ενέργειες - όπως το ακόνισμα των μαχαιριών και τα χτυπήματα στις πόρτες.

Μερικές φορές μάζευαν όλους τους εγκλωβισμένους στην πλατεία του χωριού με τη δικαιολογία, ότι θα μας ανακοινώσουν κάτι, ή ότι δήθεν ήρθε γιατρός.  Αυτό ήταν μια προσχεδιασμένη απάτη.  Γιατί οι Τούρκοι, έμπαιναν τότε στα σπίτια που μέναμε και ό,τι είχαμε μαζί μας το έπαιρναν.  Είχαμε περίπου δέκα ράδια και τα πήραν όλα μαζί και μαζί και πολλά χρήματα.  Οτιδήποτε άλλο πολύτιμο αποκρύψαμε, το έκλεβαν με τον ίδιο τρόπο.

Δεν αρκούσαν όλα αυτά.  Εξαιτίας της δυσοσμίας που επικρατούσε στην περιοχή, αρρώστησαν τα παιδιά μας, ενώ συνεχώς ανακαλύπτονταν νέα ανθρώπινα πτώματα και ψόφια ζώα.

Κάποτε μας επισκέφτηκε ένας στρατιωτικός γιατρός.  Αυτός διαπίστωσε το μέγεθος του κινδύνου που προερχόταν από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, γι' αυτό και έδωσε οδηγίες να μεταφερθούμε σ' άλλες περιοχές.  Οι Τούρκοι στρατιωτικοί υπεύθυνοι της περιοχής έλαβαν σοβαρά υπ' όψη τη διαπίστωση του γιατρού κι' άρχισαν την σταδιακή μετακίνηση σε περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Όμως μέχρι που να φθάσει η σειρά μας έγιναν και πάλιν αναβολές και μας έλεγαν κάποτε ότι θα μας αφήσουν εκεί.  Για μας ήταν σωστός πόλεμος νεύρων, γιατί δεν ξέραμε τι θα μας συμβεί από ώρα σε ώρα.

Επιτέλους στις 28 Αυγούστου μας μετέφεραν με συνοδεία του Ερυθρού Σταυρού μέχρι τους Τρούλλους όπου μας παρέλαβαν ελληνικά λεωφορεία και μας μετέφεραν στη Λάρνακα.  Σ' όλο το διάστημα που είμασταν εντελώς εγκλωβισμένοι, μόνο την τελευταία μέρα μας επισκέφτηκε ο Ερυθρός Σταυρός...
 
 
ΠΗΓΗ: Άσσια μέρες συμφοράς Αγώνας για επιστροφή, Κώστας Χρ. Τζωρτζής, Λευκωσία 1989
 
assia.org.cy | Copyright 2009 All Rights Reserved | Designed by Netcy.com